αἰκιστικός

αἰκ-ιστικός, ή, όν,
A prone to outrage, only in Adv. -κῶς Sch.Il.22.336, Poll.8.75, etc.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αικιστικός — αἰκιστικός, ή, ὸν (Α) [*αἰκιστής] αυτός που έχει ροπή στον αικισμό, δηλ. στο να κακομεταχειρίζεται, να κακοποιεί τους άλλους …   Dictionary of Greek

  • αἰκιστικός — prone to outrage masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰκιστικά — αἰκιστικός prone to outrage neut nom/voc/acc pl αἰκιστικά̱ , αἰκιστικός prone to outrage fem nom/voc/acc dual αἰκιστικά̱ , αἰκιστικός prone to outrage fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰκιστικόν — αἰκιστικός prone to outrage masc acc sg αἰκιστικός prone to outrage neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰκιστικαῖς — αἰκιστικός prone to outrage fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰκιστικήν — αἰκιστικός prone to outrage fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰκιστικῶς — αἰκιστικός prone to outrage adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.